Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μια επίκαιρη αληθινή ιστορία βγαλμένη απ' τα παλιά...

Το κείμενο που ακολουθεί αφιερώνεται στην Κύπρο που τις μέρες αυτές εισέρχεται σ’ ένα νέο κύκλο δοκιμασιών.  Η ιστοσελίδα που διαβάζετε είναι ‘’ειδικού σκοπού’’ και δεν προτίθεται να κάνει πολιτική.
      

Ωστόσο δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε ούτε που ζούμε, ούτε τι ζούμε. Η ιστορία που ακολουθεί είναι πραγματική και μας πάει πίσω ίσως και περισσότερο από ένα αιώνα. Δείχνει πως οι φτωχοί αλλά περήφανοι νησιώτες (που ξέρανε πολύ καλά την Κύπρο από τα ταξίδια τους), αντιμετώπισαν την πιθανότητα μετατροπής ενός μικρού χρέους με ‘’αποθήκη’’ (υποθήκη) σε αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Διαβάστε και προβληματιστείτε. Μην ξεχνάτε πως η ιστορία καταγράφεται στα κύτταρα των ανθρώπων. Μπορεί να πέφτει κάποτε σε νάρκη, αλλά δεν απαλείφεται και ξαναζωντανεύει όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.


          

          Όσα μνημόνια και νόμους να μηχανευτούνε κάποιοι για να φτάσουνε στο στόχο τους, τα μυαλά και τις καρδιές μας δε θα τα βάλουνε ποτέ τους ‘’αποθήκη’’.
          Στην Κίμωλο το μολών λαβέ οι πρόγονοι μας το δηλώνανε με τη φράση
ΕΠΑΔΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΜΕ
ΕΠΑΔΑ ΘΑ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΜΑΣΤΕ
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΥΠΟΘΗΚΗ ΚΙ ‘’ΑΠΟΘΗΚΗ’’
Μυλαργοί και φουρναργοί
Κι οι γαδάροι σκόλη έχουν
Μηδέ βελόνα και κλωστή
Μηδέ πουλί στην πόστα
          Έτσι κι απόμαχοι της θάλασσας γεροκαπεταναίοι και ναύτες λιάζονται, καθισμένοι στην πεζούλα της Χρυσοπηγής ανήμερα της Υπαπαντής  αφηγούνται  διάφορα από την πολυβασανισμένη ζωή τους κι αλληλοπειράζονται.
          Οι κιμουλιάτες είναι κατ’ εξοχήν θαλασσόλυκοι, ατρόμητοι. Λίγους κρατεί η  Κίμωλος για την καλλιέργεια της γης και τους άλλους τους απασχολεί η θάλασσα. Με τη σκληρή δουλειά τους ‘’πορεύονται’’ και ζούνε τη φαμίλια τους.
          Έτσι και πολλά κιμουλιάτικα καϊκια πηγαίνανε στην Κύπρο, την Αλεξάνδρεια, το Φιούμι και στα παλιά χρόνια της σκλαβιάς (εποχή της πειρατείας) και τα ξένα καράβια παίρνανε ναύτες από το νησί.
          Τα σιγολέγανε λοιπόν στη λιακάδα οι αξέχαστοι αυτοί ναυτικοί μας. Και προσπερνάει για να πάει στο μύλο ο φίλος τους ο καπετάν Μιχάλης ο ‘’Μπουράμπης’’.
-         Πολλά τα έτη σας τους χαιρέτησε.
-         Μονό εσύ έλειπες  από την παρέα μας του λέει ο γέρο Αποστόλης ο Αποστολίδης. Άσε τον περίπατο στο μύλο και κάτσε στη συντροφιά μας.
-         Έχεις όρεξη βλέπω γερ’ Αποστόλη απαντάει ο Μιχάλης μου φαίνεται πως θα ‘χεις κόκορα το μεσημέρι.
Όλοι γελάσανε γατί ξέρανε πως οι αφελείς του νησιού πληρώνανε
συχνά μ’ ένα κόκορα το γερό Αποστόλη που διάβαζε τη σολωμονική (μαγεία) κι έλυνε τα μάγια από τους νιόπαντρους. Σώνονται και στην Κίμωλο οι ‘’κατάδεσμοι’’ (τα σχετικά λόγια)
          Για να φύγει από το στενάχωρο θέμα αλλάζει κουβέντα ο γερό Αποστόλης και γυρίζοντας στο φίλο του το Νικολό του Μιχαλάκη του λέει.
          -Εσύ κάτι θα θυμάσαι Νικολό από τ’ ονομαστό δάνειο του αδερφού σου που το πήρε βάζοντας ‘’αποθήκη’’ (υποθήκη) την ‘’Πήτττα’’ και τον ‘’Αή Φτάθη’’.
          Όλοι περίμεναν ότι ο γερό Νικολός θα θύμωνε και θα ‘φευγε από την παρέα. Μα κείνος έσκασε στα γέλια και αφηγήθηκε.
          -Ναι το καϊκι του αδερφού μου ήτανε σαραβαλιασμένο και πηγαίνοντας κάποτε στην Κρήτη ‘’καλάρισε νερά’’.  Δε θα μπορούσε πια να κάμει άλλο ταξίδι. Σα  ν έφτασε μισοπνιγμένος στην Κρήτη βρισκότανε σε σκέψη πως θα γύριζε πίσω, αν δεν έκανε μερικές επισκευές στο καϊκι  και δεν ‘’έπιανε’’ όπως-όπως τα νερά του. Μα χρειαζότανε χρήματα δε θυμούμαι πόσα.
          Κι ο δανειστής βρέθηκε. Ήθελε όμως ‘’αποθήκη’’ όπως πρόθυμα του πρότεινε ο καπετάνιος.  Του ‘πόγραψε λοιπόν ένα χαρτί βάζοντας του ‘’αποθήκη’’ την ‘’Πήττα’’ και τον ‘’ Άη Φτάθη’’.
          -Πάλι καλά που δεν του ‘βαλε και τον ‘’Άη Γιώργη’’ να ‘χω βάσανα τον διέκοψε ο γέροντας που συνήθιζε να περνάει το χειμώνα του  στην Κίμωλο.
          -Έννοια σου γέροντα και τα δυο νησάκια ‘’τον εφτάνανε’’. (εκφραστικό σχήμα υπερβολής καθώς Άη Γιώργης κι Αη Φτάθης βρίσκονται σε κοντινές νησίδες λίγο έξω από το λιμάνι της Κιμώλου). Με το μικρό αυτό δάνειο μερεμέτισε όσο μπόρεσε το καϊκι γιατί  δεν έμπαινε ούτε καρφί και γύρισε πίσω.
          Θαρρώ πως ένα δυο ταξίδια έκανε ακόμα κι έπειτα όπως θυμάστε το καϊκι άνοιξε στη μέση στο πέλαο όπως πήγαινε φορτωμένο ‘’πόρια’’ (κυβόλιθοι από φυσικό πωρόλιθο της Κιμώλου) στον Πειραιά. Κι ο Θεός τους φύλαξε και δε βουλιάξανε κι εκείνοι μαζί γιατί προφτάσανε και μπήκανε στη βάρκα.
          Ο δανειστής που ήτανε ξένος, σε κάμποσο καιρό ήρθε στην Κίμωλο για να βγάλει στη δημοπρασία την ‘’αποθήκη’’ και να πάρει πίσω το χρήμα του. Όταν ξεμπάρκαρε στην Ψάθη ρώτησε το Συρινάκη που είδε πρώτο μπροστά του, καθώς έμπαινε στη βάρκα του, που βρισκότανε η ‘’Πήττα’’ και ο ‘’Αη Φτάθης’’.
-Πήγαινε με ως εκεί του είπε γιατί θέλω να τα δω για να τα βγάλω αύριο στη δημοπρασία …
Η κουβέντα δεν τέλειωσε γιατί κάποιος που πέρασε, πείραξε το γερό Στρατάκη τον πατέρα της Βιολέτας που ήτανε στην παρέα λέγοντας.  ‘’Γέρο το γένι σου’’. Μπαστούνια πεταχτήκανε,φωνές ακούστηκαν κι η ιστορία της δημοπρασίας δεν τελείωσε … Δεν είχε άλλωστε και συνέχεια. 

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μια αποκριάτικη ιστοριούλα...


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με αφορμή τις Απόκριες σας παρουσιάζουμε μια κιμωλιάτικη αποκριάτικη ιστορία.

 Το 1953 ο σύνδεσμος των απανταχού Κιμωλίων η ‘’Οδηγήτρια’’ στον Πειραιά, δημοσιεύει ένα φυλλάδιο με μικρά διηγήματα με γενικό τίτλο ‘’Λαογραφικά της Κιμώλου’’. Ο αείμνηστος παπά Γιάννης Ράμφος και ο Κ.Ι. Παπαδόπουλος ύστερα από κάποιες βελτιώσεις τα διασώζουν αναδημοσιεύοντας τα στα ‘’Κιμωλιακά’’.
 Με το σύντομο διήγημα που παρουσιάζουμε πιο κάτω δεν πληροφορούμαστε απλά τα αποκριάτικα ήθη κι έθιμα της Κιμώλου ένα αιώνα πριν. Η αφήγηση έστω κι αν κινείται σε ‘’τοπικό’’  ύφος φανερώνει το πλαίσιο μιας κοσμογονικής εποχής.
Με πολεμικούς θριάμβους μα και καταστροφές, εθνική ανάταση αλλά και διχασμούς και το μεγάλο κόστος που πληρώσανε αμέτρητοι άνθρωποι που βιώσανε τα γεγονότα στο πετσί τους θυσιάζοντας την προσωπική τους ζωή κυριολεκτικά υπέρ πατρίδος.
Ο τρόπος της γραφής δεν μιμείται τον Παπαδιαμάντη. Αφηγείται σαν τον μεγάλο Σκιαθίτη λογοτέχνη. Απολαύστε το.
‘’ΥΠΟΜΟΝΗ ‘’ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ
          Στα 1912 παραμονή της Κρεατινής είχε μπαρκάρει ο Αντώνης. Έφτασε στην ηλικία ‘’να πιάσει κλήρο’’. Θα παρουσιαζότανε στη Σύρα. Ο πόνος του μισεμού σαν αγιάθωνας του τσιμπούσε την καρδιά. Και δεν ήτανε πως μίσευε μονάχα, ήτανε πως θ’ άφηνε και την Κατέ. Κι ήτανε Απόκρια. Πως και πως την περιμένανε οι νιες και τα παλικάρια στο νησί!
          Από τη δεύτερη Κυριακή του τριωδίου ο χορός στηνότανε στον ‘’Κάμπο’’ στην πλατεία του αη Σπυρί. Οι Γαλάνηδες με τα ‘’όργανα’’ στη μια γωνιά, οι άλλοι βιολιτζήδες στην άλλη κι ο Κωνσταντής ο Ρολογάς (που ρολόι δε διόρθωσε ποτέ του, απλώς απέχτησε ρολόι άμα έγινε γαμπρός) με το λυράκι του σε μιαν άκρη καλούσανε τσι όμορφες με τα νησιώτικα και τους νέους με τις βράκες στο χορό.
          Κι η μαρίδα χοροπήδαγε τριγύρω στο γέρο το Γιάννη τον Ταρατσιανό με το σουριάλι του, που τ’ άφηνε καμιά φορά για να τραγουδήσει το:
Λιούρι λιούρι λιούρι
έβγαλε καρφί στη μούρη
της Κατσώπας το γουρούνι
          Πόσα και πόσα νοικοκυριά δε θεμελιώθηκαν πάνω σ’ αυτό το πανδαιμόνιο! Συνοικέσια των καλών γερόντων που πάμπολλες φορές ένα μυστικό ειδύλλιο τα υποκινούσε. Γιατί από παιδάκια στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, στο νερό, στο γιαλό, στ’ αλώνια, στα πανηγύρια του καλοκαιριού, γνωρίζουνταν. Κανείς δε μίλαγε στον άλλο μα το μάγουλο κοκκίνιζε, το μάτι δάκρυζε κι η καρδιά πονούσε προσμένοντας.
          Κι ο Αντώνης πρόσμενε … Πρόσμενε ίσα-ίσα την ηλικία που θα του δίνε το δικαίωμα να στήσει τη φωλιά του. Την Απόκρια που το ξεφάντωμα επιτρέπει μια ματιά, ένα σφίξιμο χεριού, ένα λόγο.
          Κι ύστερα το συγγενικό τραπέζι με τα σπιτικά του πλαστηριού μακαρόνια, με την πίτα του σπανού, με μπόλικα αυγά νόστιμο τυρί, μαϊντανό και τ’ απαραίτητο ρυζόγαλο. Και στο τέλος η λαλά (γιαγιά) που ζήταγε να φάνε το βραστό αυγό που ‘χε ο καθένας δίπλα στο ποτήρι του για να κλείσουνε την Απόκρια, που θα την άνοιγε με το καλό το κόκκινο της Λαμπρής.
          Πως τα θυμότανε αυτά ο Αντώνης τώρα που μίσευε! Κάποιος θα βρισκόταν ήλπιζε να ‘λεγε τον καλό το λόγο και γι’ αυτόν. Έτσι περάσανε πέντε ολόκληρα χρόνια. Μεσολαβήσανε κι οι ένδοξοι πόλεμοι του 12 και 13 κι ακόμη τρία χρόνια για ν’ αφυπηρετήσει.
          Το Σάββατο της Τυρινής ξεμπάρκαρε με τη μπρατσέρα του καπετάν Λινάρδου. Η θεια του ίσα-ίσα έπλαθε τις ‘’υπομονές’’ τα καλοψημένα ψωμάκια της Καθαρής Δευτέρας με τη σφραγίδα στη μέση. Τον καλοδέχτηκε με αγάπη. Κι αφού τα είπανε ξαναγύρισε στο πλάσιμο. Κι εκείνος την παρακάλεσε με συστολή και με λαχτάρα να του πλάσει να μιαν ακόμα ‘’υπομονή’’.
          Στο χορό δε θα πήγαινε. Θα ‘τανε πολύς ο κόσμος, φασαρία πολλή. Αυτός την Κατέ μονάχα νοσταλγούσε … Απ’ το τοιχάκι του γυπαριού (περιβολάκι) πίσω στην ‘’Ελεούσα’’ θα την αγνάντευε την Καθαρή Δευτέρα που θα γύριζε από το νερό, απ’ τα πηγάδια του ΄΄Γιωργιλά’’ με το σταμνί της. Τα διάφορα σαλατικά που ήτανε το κυριότερο φαί της ημέρας, με τις ελιές, τα θαλασσινά και τα κρεμμυδάκια, έπρεπε να καλοπλυθούνε. Θα της έδινε την ‘’υπομονή’’ και τη ζωή του.
          Απ’ τα χαράματα ενώ η θεια ξεθέρμιζε με αλισίβα τα πιάτα της Αποκριάς εκείνος κάθισε στο τοιχαλάκι του γυπαριού προσμένοντας. Συντροφιά του κρατούσανε τα πουλάκια που τσιμπολογούσανε το σουσάμι που ‘πεφτε απ’ τις ‘’υπομονές’’ του.
          Ξαφνικά τα γόνατα του λύθηκαν, η καρδιά του έδεσε, τα μάτια του βουρκώσανε κι ένας κόμπος τον έπνιξε στο λαιμό. Αγνάντεψε την Κατέ να προβάλλει κρατώντας απ’ το χέρι το αγοράκι της, προσμένοντας και τ’ άλλο σε λίγο …
          Τρεχάτος κατέβηκε στη Γούπα (λιμάνι του νησιού) να δει πότε φεύγει καϊκι. Κρατούσε σφιχτά τις ‘’υπομονές’’ στο χέρι του κι αλλοίμονο. Υπομονή ζητούσε μόνο η καρδιά του.
Υ.Γ. : Το κοριτσάκι της φωτογραφίας βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την πόρτα του σουβλατζίδικου που υπάρχει στην αγορά, η οποία φαίνεται στο βάθος.