Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ρούπας κι ο Χαρούπας

(Κουρσάρικες Ιστορίες)


Ως τελευταία ανάρτηση του έτους επιλέξαμε να σας παραθέσουμε μια από τις πιο αγαπημένες Κιμουλιάτικες ιστορίες που, αν όχι όλοι, οι περισσότεροι έχουμε ακούσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας!

<<Ας γίνουμε για λίγο κουρσάροι! Και ας μεταφερθούμε αναγκαστικά σε μια άλλη δύσκολη και ανεπιθύμητη εποχή!
Τότε που οι κάτοικοι των πολύπαθων νησιών μας, ζούσαν κάτω από την απειλή της θαλασσινής πειρατείας. Ίσως μάλιστα να χρειάζεται να θυμηθούμε, πως στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις, ο κατατρεγμένος νησιώτης, αποθέτει τις ελπίδες του σ' ένα δυνατό και ακαταμάχητο Άγιο. Γι' αυτό το λόγο, έχτιζε τις εκκλησιές του κοντά στις θάλασσες ή στα πιο ακρινά μετερίζια των προσβάσεων του νησιού.

Ένας τέτοιος Άγιος, ήτανε συνήθως ο <<Αη - Γιώργης>> ο παντοδύναμος Στρατηλάτης, που με την κοντάρα του και την ακτινοβολία του καθάριζε τα <<ύδατα>>, απελευθέρωνε τους αιχμαλώτους, απολύτρωνε τις γυναίκες από του δράκου τα δόντια και γιατί όχι και από την καταπίεση και την κυριαρχία του άνδρα.

Τώρα λοιπόν μπορούμε να δικαιολογήσουμε γιατί το πιο προωθημένο στο πέλαγος Κιμωλιάτικο μικρονήσι είναι αφιερωμένο στον Αη - Γιώργη. Και γιατί μερικές φορές, οι κάτοικοι άλλων νησιών - σε ανάλογες περιπτώσεις - επικαλούντο μ' αυτά τα λόγια τον προστάτη Άγιο:

<< Αη μου Γιώργη αφέντη μου 
απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου
βούλιαξε τσι εχθροί μας>>...

Παρ' όλα αυτά, οι φοβερές αυτές μάστιγες του Αιγαίου, εκμεταλλευόμενοι τη φτώχεια και την απομόνωση μερικών νησιών, βρίσκανε τον τρόπο κι αποβιβάζονταν στις πιο απρόσιτες και βραχώδεις περιοχές.

Ιστορικό έχει παραμείνει στην Κίμωλο ένα δίστιχο της λαϊκής μούσσας, που επιμαρτυρεί τις φορολογίες που επέβαλε με τη Βενετσιάνικη αρμάδα του ο περίφημος Γενεράλης ή Μοροζίνης (στα νησιά Κίμωλο και Μήλο).

<< Στη Μήλο και στην Κίμωλο χαράτζι δεν αφήνει...>>

Και ποιός ξέρει ακόμη αν το σημερινό δίστιχο : <<Στη Μήλο και στην Κίμωλο τα ψάρια δε τσιμπούνε...>> έχει τις ρίζες και την απαρχή του από εκείνη την εποχή; Μα οι χώροι που την πληρώνουν πιο πολύ είναι πάντα τα <<Μναστήρια>> κοντά στη θάλασσα. Απ' αυτά θ' αρπάξουν εικόνες και ιερά σκεύη, σ' αυτά θα ξαπλώσουν, θα φάνε, θα λερώσουν, θα κοιμηθούν, ή θ' ανάψουν το τσιμπούκι τους από το καντήλι του Παντοκράτορα.

Από ένα τέτοιο Μοναστήρι της Κιμώλου, αφιερωμένο στην Παναγία, με τον ομώνυμο όρμο του, θα ξεκινήσουν κάποιο σύθαμπο απογευματινό οι Κουρσάροι, με στόχο πάντα τον αχεριώνα του γέρο - Ρούπα, πάνω στο βουνό <<Απάντεμα>>.

Ένας δουλευτής αγρότης ο Ρούπας, έμενε πολλές φορές με τα δυο παιδιά του εκεί επάνω για να μη χάνει ώρες με τις μετακινήσεις του στο χωριό. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Μα από το βουνό <<Απάντεμα>> που απάντεχε κανείς εύκολα κάθε εχθρική κίνηση, ο Ρούπας πήρε είδηση την παρουσία των πειρατών.

Και τότε έλαβε όλα τα μέτρα. Αμπάρωσε καλά τις πόρτες και άρπαξε στα χέρια του ότι γεωργικό εργαλείο βρήκε πρόχειρο. Τσεκούρι και δρεπάνι. Και δούλεψε το μυαλό σωστά. Αντεπίθεση με λόγια με φασαρία και πονηριά.

Έτσι σαν πλησίασαν οι κουρσάροι και χτύπησαν δυνατά την πόρτα εκείνος τους αρώτησε:

- Ήντα θέτε;

Ποιός μένει επά; του είπαν.

Και τότε έδωσε την αινιγματική απάντηση, ανάκατη με κτυπήματα, ακονίσματα και τροχίσματα των μαχαιριών και των τσεκουριών στους τοίχους.

<<Επά 'ναι ο Ρούπας κι ο Χαρούπας και τα δυο παιδιά του Ρούπα κι ο απατός (= δηλαδή ο εαυτός μου) του γέρου Ρούπα και μαζί του και ο Χαρούπας>>.

Όμως όλη αυτή η υποθετική γενιά των αμυνομένων εξανάγκασε τους λιγότερους σε αριθμό πειρατές, να τα μαζέψουν και να γυρίσουν άπρακτοι στα Μναστήρια.

Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή. Πως τα υπαρκτά πρόσωπα ήταν δύο. Ο Ρούπας και ο ένας γιός του. Μα όσοι κι αν ήταν, τούτη η φρασιολογία της Κιμωλιάτικης παροιμίας έμεινε αξέχαστη στο νησί. Αφού την επαναλαμβάνουν κάθε τόσο για να δηλώσουν μια μεγάλη συγκέντρωση έστω με την παρουσία λιγοστών προσώπων.>>

Πηγή: <<Κιμωλιακών Παροιμιών το Ανάγνωσμα>> του Αντωνίου Γ. Τρούλλου.

Η ομάδα του History of Kimolos σας εύχεται Χρόνια Πολλά και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!!! 

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Στην εκκλησιά κάθε πέντε χρόνια...

<<Ήπεσα απάνω στη μετακόμιση>>


Είναι αλήθεια πως όλοι οι νησιώτες έχουμε μια ιδιαίτερη ευαισθησία με τη θρησκεία μας. Θέτε το περιβάλλον, η απομόνωση, οι παραδόσεις, οι άγιες μορφές των παλιών παπάδων μας, ο δάσκαλος, η σχολική διαγωγή, ο μοναδικός τρόπος επαφής και κοινωνικότητας, ακόμα και το συναρπαστικό καμπανοκτύπημα, σε προδιαθέτουν να σέβεσαι και ν' αγαπάς τη θρησκεία σου. 

Και μάλιστα την Ορθόδοξη Χριστιανική, που είναι απ' τις πιο καλοβαλμένες μέσα στο σύνολο των δογματικών διαφορών.

Μα ποιός νησιώτης θα ξεκινήσει την αυγή για την εργασία του, ή θα περάσει έξω από μια εκκλησία, χωρίς να κάνει κατανυκτικά το σταυρό του;

Παρ' όλα αυτά ένας αγρότης- χωρικός απ' την Κίμωλο δεν πρόφταινε να πατήσει ούτε τις μεγάλες μέρες στην εκκλησιά. Θεοφοβούμενος με το παραπάνω. Αλλά όποιος υπηρετεί σωστά τη γη και βόσκει με μεράκι το ποίμνιό του, δεν του περισσεύει χρόνος για τίποτα. Απ'τον καιρό όμως που παντρεύτηκε, η συμβία του, τον έτρωγε:

<<Έλα μωρέ ν πάμε την Κυριακή στην εκκλησιά. Δεν καταλαβαίνεις πως πρέπει να μας δούνε μια φορά μαζί;>>

Μα δε βαριέσαι! Απ' το ένα αυτί μπαίνανε απ' το άλλο βγαίναμε. Εκείνος ήκανε το χαβά του. Κι αν περίσσευε καμιά Κυριακή, λαχταρούσε να πάει πιο καλά στο ψάρεμα, να ψαρέψει από τη στεριά με το καλαμίδι.

Ώσπου με τα πολλά τον κατάφερε. Την παρακάλεσε να μπούνε απ' την ίδια πόρτα, για να βρει εύκολα να ανάψει κερί, να προσκυνήσει και να σταθεί σε θέση κατάλληλη.

Όταν φτάσανε, εκείνη έκανε να περάσει τη γυναικόπορτα. Αλλά της το ξέκοψε: << Ή μαζί σου ή τίοτα>>!

Έτσι παρουσιάστηκαν και οι δύο μαζί. Ο άντρας την ακολούθησε από κοντά και σταμάτησε από πίσω της. Τού 'γνεφε να πάει απέναντι, αλλά εκείνος τήρησε με πίστη την εντολή:

<<Ους ο θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω>>.

Το σπουδαίο ήταν πως η εκκλησιά κράτησε πολλή ώρα! Μεγάλη γιορτή σήμερα. Κυριακή της Ορθοδοξίας! Κάτι πήρε είδηση να ετοιμάζεται, αλλά με τη σκέψη πως είναι ώρα πια να απολύσει - για να καπνίσει- δεν βασάνισε το μυαλό του.

Έλα όμως που σύμφωνα με το τυπικό έπρεπε να γίνει περιφορά και λιτάνευση των θείων εικόνων! Αυτά δεν του τα εξήγησε από την προηγούμενη η γυναίκα του. Είδε λοιπόν τα παπαδάκια που πήρανε στα χέρια τους λάβαρα, εξαπτέρυγα, θυμιατά, λαμπάδες, αντίκρυσε τους μεγάλους που σήκωσαν στην αγκαλιά τις βαριές εικόνες, κοίταξε τον παπά που έσφιγγε τα Ιερά βιβλία στα χέρια του και απόρησε. Ακόμη και η γυναίκα του κρατούσε μια μικρή εικόνα και προχωρούσαν όλοι προς την πόρτα και φεύγανε. Έμεινε σχεδόν ολομόναχος. Άδειασε η εκκλησία. Δεν ήξερε τι συμβαίνει.

Έτσι μέσα στην αμηχανία του, μπήκε στο Ιερό πέτυχε μπροστά του μια κολυμπήθρα, τη σήκωσε με τα δυο του χέρια και ακολούθησε τη λιτάνευση και την περιφορά των εικόνων, σε ανάμνηση βέβαια της αποκατάστασης των εικόνων και της απόδοσης της ορθής λατρείας, από την εποχή της Αυτοκράτειρας Θεοδώρας του Βυζαντίου.

Στο δρόμο που τον είδε κάποιος γνωστός του έσπευσε να τον αρωτήσει: Γιάντα καμένε κουβαλάς και την κολυμπήθρα;

Και κείνος τότε του εκμυστηρεύτηκε λαχανιασμένος και απογοητευμένος την αμαρτία του:

Μια φορά μωρέ Γιάκουμε,  με κατάφερε η γυναίκα να με φέρει στην εκκησία κι <<ήπεσα απάνω στη μετακόμιση>>!

Πηγή: << Κιμωλιακών Παροιμιών το Ανάγνωσμα>>, του Αντωνίου Γ. Τρούλλου.



Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Η μυστηριώδης σπηλιά της Βρωμόλιμνης...



ΒΡΩΜΟΛΙΜΝΗ
'' Επί της δυτικής πλευράς του λόφου όστις καλείται σήμερον Σιδεροκάψια, σχηματίζεται μικρός όρμος, όστις καλείται όρμος της Βρωμόλιμνης, λόγω της εκεί σχηματιζομένης κατά τον χειμώνα ομωνύμου λίμνης.  Εκεί παρατηρεί τις σπήλαια τινά λαξευμένα εντός του βράχου. Αγνοεί τις δια ποίαν χρήσιν τα εν λόγω σπήλαια έχουσι κατασκευασθή ως και κατά ποίαν εποχήν εγένοντο.
ΣΙΔΕΡΟΚΑΨΙΑ

Το σπουδαιότερον των σπηλαίων τούτων είναι εκείνο το οποίον έχει λαξευθή εντός του σκληρού βράχου εν σχήματι παραλληλεπιπέδου και του οποίου το μήκος είναι 10 μέτρα περίπου και το πλάτος περί τα 5μ. 30 εκ.

 Το σπήλαιον τούτο εχρησιμοποιείτο πιθανώς ως προθάλαμος όστις επεκοινώνει δια μικράς τετραγώνου θυρίδος ευρισκομένης εις το βάθος του προθαλάμου με άλλο εσωτερικόν σπήλαιον, επίσης λαξευμένον εντός του σκληρού βράχου. Η μικρά αύτη θυρίς είναι καλώς και συμμετρικώς κατασκευασμένη , διατηρείται δε εν αρίστη καταστάσει.


Το εξωτερικόν σπήλαιον ως και το εσωτερικόν κατακλύζονται πάντοτε υπό γλυκέος ύδατος, το οποίον παραμένει εκεί καθ' όλας τας εποχάς του έτους (βλ. Σοννίνι, τομ. 2ος, σελ. 47 & 48). Επί των τοιχωμάτων του σπηλαίου υπάρχουσιν χειροποίητοι πελεκηταί εκβαθύνσεις, ων 5-6 εις την αριστεράν πλευράν και μία ή δύο εις την δεξιάν.


Ο Σοννίνι έχων επισκεφθή τα σπήλαια ταύτα εν έτει 1778, αποφαίνεται ότι εχρησιμοποιούντο ταύτα διά διαμονήν κατοίκων τινών της νήσου. Το εν τούτων το εύρε πλήρες ύδατος ως είναι και σήμερον.

Είναι δύσκολον, αν μη αδύνατον, να εισέλθει τις εις το δεύτερον σπήλαιον, λόγω των υδάτων άτινα διαρκώς ευρίσκονται εκεί, ένεκεν δε του λόγου τούτου δεν κατέστη δυνατόν να εξερευνηθή το δεύτερον τούτο σπήλαιον.

Δέον να σημειωθή ότι η θυρίς περί ης ωμιλήσαμεν ανωτέρω και ήτις δίδει είσοδον εις το εσωτερικόν σπήλαιον, υποβαστάζεται από δύο εξωτερικούς παραστάτας λιθίνους εκ σκληρών λίθων άριστα πελεκημένων και διατηρημένων. Οι παραστάται ούτοι έχουσι τοποθετηθή εξωτερικώς με κλίσιν.
Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ 2ο ΣΠΗΛΑΙΟ

Εκ της παρουσιαζομένης δε θυρίδος, ως εξηκρίβωσα διάδρομος  κατωφερής οδηγεί ως φαίνεται εντός του εσωτερικού σπηλαίου, εις τρόπον ώστε, λόγω της κλίσεως του διαδρόμου τούτου, είναι αδύνατος η είσοδος εις τον 2ον σπήλαιον, διότι τα ύδατα άτινα φράσσουν το εσωτερικόν σπήλαιον, δεν επιτρέπουσι να εισέλθη τις εντός αυτού, εκτός εάν κενωθώσιν τα υπάρχοντα ύδατα.

Το πλάτος της θυρίδος ταύτης είναι 0μ. 60εκ. ως προς το ύψος όμως ταύτης δεν δυνάμεθα να αποφανθώμεν, πρέπει όμως τούτο να υπερβαίνη το μέτρον, καθότι το υπέρ την επιφάνειαν του ύδατος ύψος της θυρίδος ήτο εν έτει 1947 περί τα 0μ. 50εκ. Σημειούμεν ότι το από το ύδωρ δάπεδο του εξωτερικού σπηλαίου είναι κατειλημμένον από παχύ στρώμα λάσπης, ούτινος δεν δύναται τις να καθορίση το πάχος, φυσικώς δε πρέπει να εικάση τις ότι και ο πυθμήν του 2ου εσωτερικού σπηλαίου δεν θα είναι διάφορος.

Κατεχόμενος υπό περιεργείας του να διαπιστώσω το εσωτερικόν σπήλαιον επρομηθεύθην εν έτει 1947 μικράν λέμβον εκ καουτσούκ και έφθασα προ της θυρίδος οπότε διεπίστωσα  το αδύνατον της εισόδου εις το εσωτερικόν λόγω της υπάρξεως κατωφερούς διαδρόμου όστις οδηγεί εις το 2ον σπήλαιον. Λόγω της κλίσεως του διαδρόμου η στάθμη των υδάτων του εξωτερικού σπηλαίου αποφράσσει την κάθοδον. Άρα μόνον η εκκένωσις εκ των υδάτων και των δύο σπηλαίων θα καταστήση δυνατήν την εξερεύνησιν του 2ου σπηλαίου. 

Προσωπικώς φρονώ ότι το σπήλαιον τούτο εχρησιμοποιείτο εν τη αρχαιότητι είτε προς κατοίκησιν νομάδων τινών, είτε προς ταφήν οικογενείας τινός, ή αποτελεί κατακόμβην.

Ο Σοννίνι εκθέτει ότι, καθ' ά τω διηγήθησαν κάτοικοι, τα σπήλαια ταύτα εχρησίμευον εν τη αρχαιότητι ίνα χύνωσιν εν αυτοίς οι κάτοικοι τα μεταλλεύματα σιδήρου άτινα εξώρισσον εκ του έναντι όρους Σιδεροκάψια ( βλ. Σοννίνι, << Ταξίδια εις Ελλάδα και Τουρκίαν>>, τόμος ΙΙ, σελ. 47 & 48). Δεν φρονώ ότι είναι ορθή η γνώμη αύτη των τότε κατοίκων της νήσου.

Υποθέτομεν ότι το εξωτερικόν σπήλαιον εχρησίμευεν ως προθάλαμος και ότι αι επί των τοιχωμάτων εκβαθύνσεις εχρησιμοποιούντο μάλλον ως θέσεις ίνα τοποθετώνται παρά συγγενών αντικείμενα άτινα έκαστος νεκρός εκεί θαπτόμενος εχρησιμοποίει εν τη ζωή του, ή ως θέσεις εις ας οι συγγενείς των νεκρών εναπέθετον από καιρού εις καιρόν δοχεία πλήρη τροφών ή ποτών  διά τους νεκρούς των διά την πιθανήν εορτήν των Φεραλίων.

Η διαρκής παρουσία των υδάτων εις το σπήλαιον τούτο, δύναται να εύρει την εξήγησιν της εις το γεγονός της καθιζήσεως του εδάφους, ήτις θα συνέβη εις εποχήν λίαν απομεμακρυσμένην της σημερινής και ήτις, ως ελέχθη, θα ήτο γενική διά την νήσον Κίμωλον, ως τούτο επιμαρτυρεί και εκ της εξαφανίσεως μέρους της αρχαίας πόλεως της Κιμώλου, ήτις  ευρίσκεται υπό το ύδωρ εν τω όρμω της Δέκα Λίμνης, και εκ του ετέρου σπηλαίου του κειμένου εις θέσιν Κακός Ποταμός, ου το ήμισυ ευρίσκεται υπό το ύδωρ, ως ελέχθη ανωτέρω.''

Πηγή: '' ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΝΗΣΩΝ Η ΝΗΣΟΣ ΚΙΜΩΛΟΣ'' του κ. ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Γ. ΜΟΥΣΤΑΚΑ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ



Υ.Γ.: Παρακαλείσθε θερμά όσοι γνωρίζετε την εν λόγω σπηλιά να μην επιχειρήσετε να μπείτε στο εσωτερικό της, καθώς υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή σας.



















Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η Κατακόμβη της Βαρβαράκενας...



Αρχικά, θα θέλαμε να σας ευχηθούμε καλό χειμώνα. Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στην άγνωστη υπόγεια Κίμωλο μας με την κατακόμβη της Βαρβαράκαινας. Τα στοιχεία που σας παραθέτουμε πηγάζουν από το βιβλίο του κυρίου Χαρίδημου Γ. Μουστάκα, Δικηγόρου : ''Περί του Προιστορικού Πολιτισμού Των Κυκλάδων Νήσων Η Νήσος Κίμωλος''.

'' Μερικαί Αρχαιολογικαί ανασκαφαί, ενεργηθείσαι εις Κίμωλον και εις την τοποθεσίαν Βαρβαράκενα κατά Ιούλιον 1953.

Κατά τας ανασκαφάς αίτινες έλαβον χώραν κατά Ιούλιον 1953 εν τω αγρώ της Ειρήνης, Γεωργίου Αντωνίου Σάρδη, ιερέως, εις θέσιν Βαρβαράκενα απεκαλύφθη σπήλαιον εσκαμμένον από αρχαιοτάτων χρόνων εντός του μαλακού σχετικώς βράχου, το οποίον χρονολογείται πιθανώς από των πρώτων Χριστιανικών χρόνων ή και παλαιότερον.

Το σπήλαιον αποτελείται εκ περισσοτέρων θαλάμων. Εις το έδαφος υπάρχουσι πολλοί τάφοι, οίτινες ανευρέθησαν καλυμμένοι με πορίνας πλάκας καλώς πελεκημένας. Οι τάφοι ευρέθησαν κενοί.

Ελάχιστα αντικείμενα και πήλιναι λυχνίαι χριστιανικαί ανευρέθησαν εντός αυτών. Προφανώς οι τάφοι ούτοι είχον συληθή προ πολλών ετών. Εντός ενός των τάφων τούτων ανευρέθη πήλινον τι αγγείον εις σχήμα θόλου, κωνοειδές όπερ φέρει την λέξιν ΦΙΛΟΥΜΕΝΑ γεγραμμένην δια κεφαλαίων ψηφίων.

Προφανώς η λέξις αυτή αναφέρεται εις όνομα αποθανούσης <<Φιλουμένη>> το δε αγγείον ετοποθετήθη εντός του τάφου κατά τον ενταφιασμόν της θανούσης,

Το εν λόγω σπήλαιον αποτελεί πιθανώς την είσοδον μεγαλυτέρου σπηλαίου όπερ εχρησιμοποιήθη κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ως Κατακόμβη, παρόμοιον με εκείνο όπερ ανευρέθη εν τη γείτονι νήσω Μήλω.

Ατυχώς αι εργασίαι των ανασκαφών ανεκόπησαν εν τη τοποθεσία ταύτη. Ελπίζεται δε ότι συνεχιζομένων των εργασιών τούτων θα έλθωμεν εις φως σπουδαία ευρήματα της Χριστιανικής περιόδου ή και παλαιότερων εποχών άτινα θα επιχύσωσι πληρέστερον  φως εις την Προιστορικήν και Χριστιανικήν εποχήν της νήσου Κιμώλου.

Υ.Γ.: Παρακαλείσθε θερμά όσοι γνωρίζετε την εν λόγω κατακόμβη να μην  επιχειρήσετε να μπείτε στο εσωτερικό της, καθώς υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή σας.

( Η φωτογραφία με το πήλινο αγγείο αποτελεί έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Κιμώλου)

























Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Μια φωτογραφία και η ιστορία της...


ΚΙΜΩΛΟΣ ''Εσωτερικόν του Κάστρου Κιμώλου και κωδωνοστάσιον της Μητροπόλεως.'' Φωτ. Αρχ. Λαμπάκη ΧΑΕ 5288
KIMOLOS ' Interior of the Kastro of Kimolos and a belfry of the Metropolis.' Lambakis Phot. Arch. XAE 5288

Η φωτογραφία που βλέπετε δεν τίθεται στη διάθεση του κοινού  για πρώτη φορά. Τη βρίσκει κανείς και στον δεύτερο τόμο των ‘’Κιμωλιακών’’ χάρη στη φροντίδα του αείμνηστου παπά Γιάννη Ράμφου συγγραφέα και επιμελητή της έκδοσης, χωρίς όμως την ευκρίνεια με την οποία παρουσιάζεται εδώ χάρη στην επεξεργασία που προφανώς έχει υποστεί ως περιουσιακό στοιχείο του αρχείου της οικογένειας Λαμπάκη που την ανέβασε στο διαδίκτυο.

          Η απεικόνιση αυτή είναι ανεκτίμητη για τρεις λόγους.

          Για την ιστορική της αξία αυτή καθ’ αυτή

          Για το χρόνο που τραβήχτηκε

          Για την προσωπικότητα του ανθρώπου που αποθανάτισε τη συγκεκριμένη σκηνή πιο συγκεκριμένα του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη (1854-1914).
          Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα. Όχι το 1903 όπως αναγράφεται στα Κιμωλιακά αλλά το 1904 όπου είναι δεδομένο ότι ο Λαμπάκης βρέθηκε στα μέρη μας για να αποθανατίσει με το φακό του τις κατακόμβες της Μήλου.

          Στη συγκεκριμένη φωτογραφία απεικονίζεται η ανατολική πλευρά του κάστρου της Κιμώλου που καταλήγει στη βορινή ‘’πόρτα’’ του συγκροτήματος  με φόντο το καμπαναριό της Οδηγήτριας. Λένε πως μια εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις και γίνεται φανερό κοιτάζοντας τη φωτογραφία το πώς οι τοίχοι των σπιτιών σχημάτιζαν μια σχεδόν απροσπέλαστη εξωτερική οχύρωση.



          Η πλήρης απεικόνιση του κάστρου όπως φαίνεται στη δεύτερη φωτογραφία κάνει ακόμα πιο κατανοητό το γιατί ο κάθε εισβολέας στα χρόνια των πειρατών ακόμα κι αν περνούσε το εξωτερικό επίπεδο θα ‘πρεπε να καταβάλλει μεγάλο κόστος μέχρι να φτάσει στην ολική κατάληψη του.

          Ας γυρίσουμε στην πρώτη φωτογραφία. Είναι προφανές ότι το κάστρο εκείνο τον καιρό κατοικείται και είναι αναπόσπαστο κομμάτι στη ζωή του χωριού και του νησιού, ενώ ο Λαμπάκης εκτός από λαμπρός επιστήμονας αποδεικνύεται και εξαιρετικός καλλιτέχνης. Όπως τονίζουν οι μελετητές του έργου του σκηνοθετεί τις πόζες που τραβάει και η πρωτόγονη μηχανή του δεν τον εμποδίζει ούτε κατ’ ελάχιστο να πετύχει το αποτέλεσμα που θέλει.

          Έτσι βλέπουμε να εμφανίζεται στη φωτογραφία μια εξαιρετική μικρογραφία της τοπικής κοινωνίας όπως ακριβώς ήτανε εκείνο τον καιρό.  Ουσιαστικά δεν έχουμε μπει ακόμα στην εποχή της εικόνας και οι σύγχρονοί του ενδεχομένως να μην αντιλαμβάνονται τη δύναμη και την αξία μιας φωτογραφίας με τον τρόπο που την ένοιωθε απόλυτα ο πρωτοπόρος δημιουργός τέτοιων εικόνων, παντρεύοντας την επιστήμη με την τεχνολογία της εποχής.

          Προφανώς ότι απεικονίζεται στην φωτογραφική ‘’πλάκα’’ τραβήχτηκε σε μέρα γιορτής ή αργίας αν κρίνουμε από την επιμελημένη αμφίεση των κατοίκων που συμμετέχουν στη σκηνή. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και στην Κίμωλο της ‘’άγονης γραμμής’’ γίνεται φανερή η διαδικασία της προϊούσας αστικής διαμόρφωσης  καθώς βλέπουμε δίπλα σχεδόν στη γυναίκα με το παραδοσιακό μαντήλι, την κυρία που προστατεύει το κεφάλι της από τον καλοκαιριάτικο ήλιο με ευρωπαϊκού τύπου ομπρέλα!



          Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Κίμωλο ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος δεν περιορίστηκε στο να βγάζει φωτογραφίες. Όπως πληροφορούμαστε από μια έκδοση του 1947-εκδόσεις Φοίνιξ-που συνέταξε ο τότε ακόμα αρχιμανδρίτης και στη συνέχεια πρώτος μητροπολίτης Κω και Νισύρου μετά την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων Εμμανουήλ Καρπάθιος, ο Λαμπάκης επισκέπτεται την μοναχή ακόμα και μετέπειτα οσία της Κιμώλου Μεθοδία στο ‘’στιάδι’’ της (ασκητήριο) που βρισκόταν εντός του κάστρου όσο ήταν ακόμα στη ζωή καθώς κοιμήθηκε το 1908.

          Ο απόφοιτος της Ριζαρείου εκκλησιαστικής σχολής δεν έχει αμφιβολίες για την αγιότητα της που περιγράφεται στο κείμενο του μητροπολίτη με τα παρακάτω λόγια:

Κατὰ μήνα Αὔγουστον τοῦ ἔτους 1904, ὁ Γεώργιος Λαμπάκης, γνωστὸς Ἀρχαιολόγος τῶν Χριστιανικῶν Μνημείων, εἶχεν ἐπισκεφθῆ τὴν Κίμωλον. Ἐπεσκέφθη εἰς τὸ ἀσκητήριόν της τὴν Μοναχὴν Μεθοδίαν, καὶ ἔμεινεν ἐκστατικὸς διὰ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ ἁγνοῦ ἀρχαίου ἀσκητικοῦ βίου. Κατὰ τὴν διαμονήν του δὲ εἰς τὴν Κίμωλον μίαν σύστασιν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Κιμωλίους : «Μὴν τὴν ἀφίσετε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν· εἶναι εὐλογία διὰ τὴν Κίμωλον ἡ παρουσία της


Ευλογία τιμή και τύχη αποτελεί και για μας το γεγονός ότι τέτοιοι σπουδαίοι άνθρωποι επισκέφθηκαν τη γη των προγόνων μας και όχι απλά αποθανάτισαν στιγμές της ιστορίας του τόπου αλλά την επηρέασαν και σε κάποιο βαθμό με την κατάθεση ψυχής την οποία έκαναν. Γι’ αυτό κι αξίζει να επανέλθουμε στον Λαμπάκη παρουσιάζοντας μια εικόνα του τεράστιου έργου που άφησε πίσω του.


Για την ώρα μένουμε στο γεγονός ότι η αρχική εικόνα είναι καταχωρημένη στο αρχείο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (Χ.Α.Ε. όπως αναγράφεται στην λεζάντα της φωτογραφίας) την οποία ίδρυσε ο ίδιος το 1884 και η οποία αποτέλεσε τον οδικό χάρτη για την δημιουργία του σημερινού Βυζαντινού μουσείου. 










    (Το κάστρο το 1904)







       




 (Το κάστρο σήμερα)