Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Το '21 ξεκίνησε στην Κίμωλο ( Μέρος 3ο)

Η ομάδα του History of Kimolos σας εύχεται Χρόνια Πολλά με υγεία και ευτυχία!


ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Αν δεν κατανοήσει κάποιος το φαινόμενο της πειρατείας στη θάλασσα του Αιγαίου  στα χρόνια πριν και κατά την διάρκεια της επανάστασης είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει πως και γιατί επαναστάτησαν οι έλληνες απέναντι στην πολλαπλή τυραννία που ταλαιπωρούσε με ακραίο τρόπο τους πληθυσμούς των νησιών (και όχι μόνο) επιβάλλοντας μια κατάσταση τρελλοκομείου όπου τελικά όλοι στρέφονταν εναντίον όλων.

Τόμοι θα μπορούσαν να γραφτούν γι’ αυτή την αλλόκοτη κατάσταση όπου η αναγκαστική συμμετοχή στα πειρατικά δρώμενα λειτουργούσε όχι σαν διέξοδος στο κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο αλλά σαν μηχανισμός επιβίωσης και  απονενοημένο διάβημα  απέναντι σε μια προδιαγεγραμμένη τραγική μοίρα έστω και χωρίς μεγάλο και ασφαλή χρονικό ορίζοντα καθώς πειρατεία σήμαινε ντε φάκτο συμμετοχή σ’ ένα ατέλειωτο εξοντωτικό πόλεμο. 



Το επαναστατικό σύνθημα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ οριοθετούσε και καθόριζε με πληρότητα  το αίτημα απαλλαγής απ’ αυτή τη φρικτή κατάσταση βάζοντας πρώτα και πάνω απ’ όλα το αίτημα της αυτοδιάθεσης και του ελεύθερου εθνικού προσδιορισμού χωρίς ‘’νόμιμους’’ και ‘’παράνομους’’ δυνάστες.

Γι’ αυτό και στην περιγραφή της πρώτης ναυτικής συμπλοκής της ελληνικής παλιγγενεσίας βλέπουμε να γίνεται αναφορά στο πειρατικό φαινόμενο τόσο με την συμμετοχή Σπετσιωτών σε πειρατική επιδρομή όσο και στην κατηγορηματική  διαβεβαίωση του Αντωνίου Σάρδη ότι κατά την σύλληψη της τουρκικής κορβέτας … δεν απήλαυσα εξ αυτής ουδέ λεπτόν … ξεκαθαρίζοντας ότι το περιστατικό αποτελούσε πολεμική επιχείρηση και όχι πειρατική ενέργεια με όλα τα λάφυρα που προέκυψαν να προστίθενται στο κεφάλαιο της νεόκοπης ακόμα επανάστασης.

Προτού συνδέσουμε με τη σειρά μας το περιστατικό που εξετάζουμε με το φαινόμενο της πειρατείας αξίζει να διαβάσει κανείς το εξαιρετικό (περί πειρατείας) κείμενο του συγγραφέα και ιστορικού ερευνητή Γεώργιου Κολοβού που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ το 2006 και μας δίνει εξαιρετικά πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες που βοηθούν καταλυτικά και τη δική μας ανάλυση.

Η πειρατεία στο Αιγαίο κατά τα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης (1821-1827)



Στα μέσα του 18ου αιώνα, το Οθωμανικό Ναυτικό διατηρούσε ίχνη μόνο από την παλιά του δόξα. Κάθε είδους πειρατές (Αλγερινοί, Τυνήσιοι κ.α.) λεηλατούσαν νησιά και παράλια της Μεσογείου, καθώς και εμπορικά πλοία. Το 1788, η Πύλη για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, επέτρεψε στους Έλληνες ναυτικούς, να εξοπλίσουν επίσημα πλέον τα πλοία τους, ώστε να μπορούν να προστατευτούν αποτελεσματικά, αποκρούοντας τις πειρατικές επιθέσεις. Ο εξοπλισμός των πλοίων είχε άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των πειρατικών επιθέσεων και τη σωτηρία ανθρώπινων ζωών, πλοίων και εμπορευμάτων.

Αυτή η απόφαση, σηματοδότησε νέα ώθηση στη ναυτική ανάπτυξη και την ευημερία ελληνικών περιοχών που οι κάτοικοί τους είχαν ως κύρια ασχολία τη ναυτιλία (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, Πόρος, Κάσος, Γαλαξίδι Τρίκερι). Η επανάσταση της Γαλλίας και οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι που ακολούθησαν, προκάλεσαν την αύξηση των κερδών – μέσω του εμπορίου – των ναυτικών και τους έδωσαν τη δυνατότητα να αυξήσουν τον αριθμό των πλοίων, να βελτιώσουν την κατασκευή τους ώστε να γίνουν πιο ταχύπλοα και να ταξιδεύουν με περισσότερα άτομα, από το συνηθισμένο πλήρωμα.

Μέχρι και την έναρξη της Επανάστασης, όπως ήταν φυσικό, δεν υπήρξαν νομοθετικά κείμενα για την πάταξη της πειρατείας. Ωστόσο με την κήρυξη του Αγώνα, εκδόθηκε από τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, διάταξη για την διανομή των λειών (30 Μαρτίου 1821) με την οποία θεσπίστηκαν και οι πρώτες κυρώσεις κατά των πειρατών. Την ανωτέρω διάταξη, υιοθέτησε και το Υπουργείο των Ναυτικών, όταν συστήθηκε για πρώτη φορά στη Κόρινθο την 6 Μαρτίου 1822, αποτελούμενο από έναν αντιπρόσωπο από κάθε προαναφερθέν νησί.

Στις 19 Απριλίου 1821, σε προκήρυξη των κατοίκων της Ύδρας τονιζόταν ο σεβασμός στην ουδέτερη σημαία και εφιστόταν η προσοχή στην αμερόληπτη νηοψία. Πιο συγκεκριμένα, τόνιζαν ότι όλοι έπρεπε να σέβονται τα πλοία με ουδέτερη σημαία, έστω και αν αντιπροσώπευαν εχθρικά συμφέροντα και να τα εμποδίσουν μόνο αν μετέφεραν στρατεύματα ή πολεμοφόδια, αλλά και τότε να παίρνουν τα πολεμοφόδια καταβάλλοντας την αξία τους και ύστερα να τα οδηγούν άθιχτα, μαζί με τα εχθρικά στρατεύματα στα λιμάνια από όπου είχαν ξεκινήσει.

Κατά την πρώτη έξοδο του ελληνικού στόλου (22 Απριλίου 1821), ένα από τα πλοία των Σπετσών υπό των πλοίαρχο Αργύριο Στεμνιτζιώτη, κατέλαβε μια αυστριακή γολέτα με Τούρκους επιβάτες, των οποίων άρπαξε πολλά πράγματα και έβαλε τη ζωή τους σε κίνδυνο. Με αυστηρή διαταγή όμως του στόλου, οι επιβάτες έμειναν άθικτοι και έφυγαν όλοι σώοι με την αυστριακή γολέτα, αφού πρώτα τους επιστράφηκαν τα πράγματα τους, ενώ ο παραβάτης πλοίαρχος γύρισε τιμωρημένος στο νησί του. Αυτή η ενέργεια του στόλου, έδειχνε τις προθέσεις των προκρίτων των τριών νησιών, να κρατήσουν την τάξη στη θάλασσα και να σεβαστούν τις ουδέτερες σημαίες. «Βάσιμος σκοπός μας είναι» έγραφαν οι Σπετσιώτες, «να διαφυλάξουμε τα δίκαια των εθνών». 
Στις 23 Απριλίου του 1821, στο πρώτο «προκήρυγμα του ελληνικού στόλου» αναφέρεται ρητά ότι «στόχος των Ελλήνων είναι οι Οθωμανοί και όχι οι άλλες δυνάμεις που είναι σεβαστές και τιμώμενες και ότι όποιος πειράξει αδίκως και ληστρικώς ή πλοίο ελληνικό ή άντρα χριστιανό ή άλλης δύναμης ουδέτερης, θα κρίνεται εχθρός του γένους και θα καταστρέφεται».
Στις 27 Απριλίου, ο στόλος έφτασε στη Βρύση του Πασά, στο βόρειο μέρος της Χίου. Την επόμενη ο Γιακουμάκης Τομπάζης, που είχε εκλεγεί αρχηγός του υδραίικου στολίσκου και ναύαρχος του στόλου, έδωσε όρκο, (ολόκληρο το υπόδειγμα όρκου ΕΔΩ ) όπου μεταξύ άλλων ανέφερε : «να κινήσω το ναυτικόν της Ύδρας κατά του βαρβάρου τυράννου της πατρίδος και των οπαδών του, χωρίς να βλάψω άλλον, όπου κριθή εύλογον από το κοινόν συμβούλιον, …να σέβωμαι την ιδιοκτησία των αθώων ομογενών μας, των ευρωπαϊκών υπηκόων και αυτών των Τούρκων, όταν παραδίδωσι τα όπλα χωρίς πόλεμον., …να φέρω ή να στείλω εις Ύδραν το μέρος των λαφύρων όπου ο παρών στόλος ήθελε κάμει, δια να τα μοιράσει η πατρίς κατά τους νόμους όπου θέλει διορίσει. Αν δε παραβώ τον άνω ζητηθέντα όρκον μου, κηρύττομαι ανάξιος του εμπιστευθέντος μοι υπουργήματος και υπόχρεως να δώσω λόγο είς τον Θεόν, εις την πατρίδα μου και εις όλους τους αρχηγούς του γένους.»

Ο Δημήτριος Υψηλάντης τον Ιούλιο του 1821, σε εγκύκλιο που εξέδωσε μεταξύ των άλλων καθόρισε και τις πρώτες διατάξεις περί καταδρομής. Σ΄ αυτή έλεγε : «όποιος θέλει να αρματώσει και να εκβή εις κούρσος, πρέπει να πάρει από τους εφόρους του τόπου του αποδεικτικόν της τιμιότητος και αξιότητός του και με το αποδεικτικόν τούτο, να έρχεται εις μίαν των τριών νήσων, Ύδρα, Σπέτζιες και Ψαρά προκειμένου να πάρουν την άδεια». Στη συνέχεια καθόριζε τις συνέπειες για κείνους που δεν εφάρμοζαν σωστά την εγκύκλιο και ρύθμιζε τα της διανομής της λείας. Σε εκτέλεση σχετικού ψηφίσματος του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος της Επιδαύρου, δημιουργήθηκε για την διανομή των λειών και τιμωρία των πειρατών το «Θαλάσσιον Κριτήριον». Το δικαστήριο αυτό, απαρτιζόταν από πέντε μέλη και εκδίκαζε από τις 17 Απριλίου 1823, τις ανωτέρω υποθέσεις και ήταν το πρώτο ελληνικό δικαστήριο. Αργότερα από τον Καποδίστρια, συστήθηκε και «Ανώτατο Συμβούλιο της ανακρίσεως των αποφάσεων» του «Θαλάσσιου Κριτηρίου», συγκροτημένο από τέσσερα μέλη και στο οποίο εκδικαζόντουσαν οι εφέσεις των υποθέσεων του «Θαλασσίου Κριτηρίου».
Ωστόσο όταν το 1822, η Προσωρινή Διοίκηση διακήρυξε τον αποκλεισμό των τουρκικών φρουρίων, πολλά ευρωπαϊκά πλοία διασπούσαν τους αποκλεισμούς προμηθεύοντας τους πολιορκημένους Τούρκους. Έλληνες ναυτικοί ανέλαβαν να σταματήσουν αυτούς τους ανεφοδιασμούς, αλλά παράλληλα άδραξαν την ευκαιρία και ναυτικοί, οι οποίοι δρώντας ως κοινοί πειρατές, επετίθεντο προς αναζήτηση λείας στα σκάφη που διεξήγαγαν εμπόριο στη Μεσόγειο. Όμως στις αρχές του Αγώνα, τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είχαν αναγνωρίσει στους Έλληνες το δικαίωμα των εμπολέμων και έτσι δεν αναγνώριζαν τη νομιμότητα των καταδρομών χαρακτηρίζοντας αυτές σαν πράξεις πειρατικές.

Εδώ θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ πειρατών και κουρσάρων. Οι κουρσάροι ασκούσαν πολεμική πειρατεία ή κούρσεμα. Πρόκειται για πολεμικές πράξεις που είχαν την έγκριση και την υποστήριξη της κυβέρνησης του κράτους από το οποίο προέρχονταν οι κουρσάροι ή μιας άλλης. Αυτές οι πράξεις, απέβλεπαν στο να παρενοχλούν τις θαλάσσιες μεταφορές των εμπολέμων (επίθεση σε εχθρικές βάσεις και πλοία και αρπαγή φορτίων) και να ελέγχουν τις μεταφορές των ουδετέρων, ασκώντας νηοψία. Αντίθετα η πειρατεία γινόταν χωρίς κυβερνητική έγκριση και μόνο για ληστεία. Στην πράξη όμως, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα και πολλοί πειρατές αναγνωρίζονταν από τις κυβερνήσεις τους και έπαιρναν δίπλωμα κουρσάρου με τον όρο να επιτίθεντο σε εχθρικά πλοία. Σε περίπτωση ανάγκης, είχαν την έγκριση να εισέλθουν σε ουδέτερα λιμάνια για ανεφοδιασμό ή επισκευές.






Στα τέλη του δεύτερου έτους της Επανάστασης και στις αρχές του τρίτου, ακολούθησε η μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής. Έτσι οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Κάνιγκ και του κυβερνήτη Χάμιλτον της φρεγάτας «Cambrian», περί της αναγνώρισης από τα ελληνικά πλοία του δικαιώματος της νηοψίας επί βρετανικών εμπορικών και της κατάσχεσης των λαθραίων εμπορευμάτων του πολέμου κάθε είδους το οποία προοριζόταν για τους εχθρούς, σήμαιναν δύο πράγματα. Πρώτον, την αναγνώριση της ελληνικής πλευράς ως εμπόλεμο μέρος και δεύτερον ότι οι ελληνικές επιθέσεις κατά οθωμανικών πλοίων θεωρούνταν πια, νόμιμες πράξεις πολέμου. Κατόπιν αυτών της δηλώσεων, πέντε ελληνικά καταδρομικά που είχαν χαρακτηρισθεί ως πειρατικά και είχαν προσδεθεί από τους Βρετανούς στα υπό βρετανική κατοχή τότε Επτάνησα, αφέθησαν ελεύθερα και απελευθερώθηκαν Έλληνες ναύτες που κρατούντο με το πρόσχημα ότι ενεργούσαν πειρατεία. Οι υποχρεώσεις των Ελλήνων ναυτικών για σεβασμό στην ουδέτερη σημαία και την αμερόληπτο νηοψία, επισημοποιούνται και από την διακήρυξη των προκρίτων της νήσου Ύδρας, περί σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου της 31 Ιανουαρίου 1823.

Όμως το 1824, η κατάσταση άρχισε να επιδεινώνεται με τη συμμετοχή στον πόλεμο του αιγυπτιακού στόλου. Αυτό το γεγονός προξένησε την αύξηση των ευρωπαϊκών πλοίων (κυρίως των αυστριακών) τα οποία έσπευσαν να βοηθήσουν τους Αιγυπτίους.

 Η ελληνική κυβέρνηση ωστόσο, τόνιζε στα καταδρομικά πλοία την ανάγκη τήρησης της ουδετερότητας κατά τις νηοψίες, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι ναύαρχοι όφειλαν να στέλνουν τα εχθρικά φορτία στην έδρα της κυβέρνησης και να φέρονται με φιλανθρωπία στα πληρώματα που συνελάμβαναν.

Οι καταδρομές στην αρχή, είχαν θετικά αποτελέσματα (οικονομική ωφέλεια απαραίτητη για τη συντήρηση του Αγώνα και την επιβίωση των ναυτικών, περιορισμός του τουρκικού στόλου στα Στενά, με συνέπεια την χωρίς δυσκολίες εξάπλωση της Επανάστασης σε όλο τον ελληνικό χώρο). Δυστυχώς όμως με τη πάροδο του χρόνου, η καταδρομή εξελίχθηκε σε ασύστολη πειρατεία στρεφόμενη όχι μόνο εναντίων Τούρκων και Ελλήνων αλλά και ξένων πλοίων (Αγγλικά, Γαλλικά, Ολλανδικά, Αυστριακά κ.α.)

Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά ο κυριότερος είναι ότι η κεντρική διοίκηση δεν είχε τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων που εξέδιδε. Έτσι περιορίσθηκε μόνο να τροποποιήσει τις διατάξεις, ώστε η άδεια καταδρομής να δίνεται όχι από τα Ναυαρχεία των τριών νησιών αλλά από τη Κεντρική Διοίκηση. Όμως η όλο και πιο συχνή έκδοση αδειών καταδρομής, συνέτεινε στην περαιτέρω εξάπλωση της πειρατείας, αφού πολλοί ναυτικοί χρησιμοποιούσαν τα έγγραφα αυτά όχι μόνο για τη νηοψία πλοίων αλλά και για την αρπαγή εμπορευμάτων. Στην πειρατεία, κατέφευγαν για να επιζήσουν και πολλοί πρόσφυγες από κατεστραμμένες περιοχές. Ακόμα ένας από τους λόγους που ενίσχυσε την πειρατεία ήταν η δημιουργία Εθνικού Στόλου, όταν έπαψε η χρησιμοποίηση ιδιωτικών πλοίων και η ναυτολόγηση πληρωμάτων από τα αργούντα ιδιωτικά πολεμικά στα λιμάνια των τριών νησιών (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά). Μέσα σε αυτή τη κατάσταση, τα νησιά θεωρούσαν ότι ήταν ανεξάρτητα από τη Κεντρική Διοίκηση και ότι ο στόλος τους θα μπορούσε να εξασκεί πειρατεία, η οποία αποτελούσε και την κυρία οικονομική πρόσοδο για την επιβίωση των νησιωτικών αυτών πληθυσμών. Στη πραγματικότητα τα ίδια άτομα ήταν στη στεριά ληστές και στη θάλασσα πειρατές.



Το 1825, ο αμερικανικός στόλος κατέπλευσε στο Αιγαίο. Επισκέφτηκε πρώτα τη Σμύρνη και στη συνέχεια το Ναύπλιο, όπου κατάπλευσε υψώνοντας την ελληνική σημαία και χαιρετίζοντας τη με 21 βολές. Στη Σμύρνη ο Γάλλος μοίραρχος Δε Ριγνύ, επισκέφτηκε το Αμερικανό ναύαρχο Ρότζερ και του παραπονέθηκε για τις πειρατεία των Ελλήνων. Τότε ο αμερικάνος ναύαρχος του απάντησε ότι «η πειρατεία με όλη την υπερβολή της, αποτελεί ένα από τα μέσα που έχουν απομείνει στους Έλληνες και η κοινή γνώμη θα τους συγχωρήσει».

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η συγκεκριμένη έρευνα είναι πραγματικά σπουδαία γιατί ξαναβάζει στο κάδρο της ιστορικής ανάλυσης ζητήματα με μεγάλη αξία. Κατ’ αρχήν ότι υπήρχε ξεκάθαρο και δεδομένα αξιόπιστο πολιτικό πλαίσιο σαφώς διατυπωμένο σχετικά με τις αρχές, τους στόχους και τις μεθόδους της επανάστασης.

Ήδη από τις 30 Μαρτίου 1821 υπάρχει διάταξη για την διανομή των πειρατικών λειών και ποινές για όσους δεν συμμορφώνονται.

Δινόταν προσοχή στο σεβασμό της ουδέτερης σημαίας και την ανάγκη διεξαγωγής αμερόληπτης νηοψίας.

Υπάρχει ‘’ΠΡΟΚΥΡΗΓΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ’’ όπου τονίζεται ότι εχθρός είναι οι Οθωμανοί  και βάσιμος εχθρός η διαφύλαξη του δικαίου των εθνών.

Θεσπίζεται ‘’ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ’’ για την εφαρμογή του νέου ναυτικού δικαίου που λέει ανεπιφύλακτα ναι στο ελεύθερο και ασφαλές θαλάσσιο εμπόριο και όχι στην πειρατεία θεσπίζοντας ποινές για τους παραβάτες.

Υπάρχει η εξαιρετικά σημαντική η δήλωση του αμερικανού ναυάρχου η πειρατεία με όλη την υπερβολή της, αποτελεί ένα από τα μέσα που έχουν απομείνει στους Έλληνες και η κοινή γνώμη θα τους συγχωρήσει ...

Τι κι αν τα μέλη της φιλικής εταιρείας που βρέθηκαν στο τιμόνι της επανάστασης είχανε ν’ αντιμετωπίσουν αναστολές, φοβίες, διεθνή καχυποψία και έλλειψη πόρων και μέσων. Ανάμεσα τους το επαναστατικό φρόνημα περίσσευε και η ιδέα της ελευθερίας του έθνους δεν ήτανε  μετέωρη. Επιπλέον είχαν στη διάθεση τους δυο τεράστια όπλα που τους επέτρεπαν να διατυπώνουνε τέτοιες θέσεις.



Α)Τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί το 1774 (με το τέλος του Ρωσσοτουρκικού πολέμου) που κατοχύρωνε το δικαίωμα των ελλήνων πλοιοκτητών  να υψώνουνε την ρωσική σημαία με ταυτόχρονη έκδοση νόμιμης άδειας επιτηδεύματος, όπως και το δικαίωμα ναυπήγησης πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος.

Β)Τη δυνατότητα εξοπλισμού των ελληνικών πλοίων από το 1788 με απόφαση της  ‘’Μεγάλη Πύλης’’ για την αντιμετώπιση των πειρατών. Έτσι τα καράβια των ελλήνων πλοιοκτητών έγιναν στην πράξη αμφίβια και πολυμορφικά (εμπορικά και πολεμικά μαζί)  εμπλουτισμένα παράλληλα με την τεράστια πείρα των πληρωμάτων τους.

Χάρη σ’ αυτό ακόμα κι όταν η επανάσταση πέρασε από τα χίλια κύματα και η  πειρατεία έδειχνε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο η κατά θάλασσα υπεροχή δεν χάθηκε ποτέ για την ελληνική πλευρά βοηθώντας την εθνική εξέγερση να οδηγηθεί σε αίσιο τέλος.

Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Όλα τα παραπάνω διαπλέκονται με το περιστατικό που εξετάζουμε με δυο τρόπους. Κατ’ αρχήν το περιστατικό της Σπετσιώτικης πειρατείας που αναφέρεται στο πρώτο μέρος, όπως προκύπτει δεν έγινε πριν το ρεσάλτο σε Μήλο Κίμωλο αλλά λίγο μετά (22 Απριλίου1821 κατά την πρώτη εμφάνιση του ελληνικού-πολεμικού πλέον στόλου) και είχε συνέπειες για τους παραβάτες.

Και πάμε στον κιμουλιάτη ήρωα. Δηλώνοντας ο Σάρδης ότι … δεν πήρα τίποτα … από την επιχείρηση αιχμαλωσίας της τούρκικης κορβέτας κάνει πολλά περισσότερα από μια δήλωση ηθικού συμβολισμού.

Είναι φανερό και το δηλώνει στις αρχές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους πως συντάχθηκε απόλυτα με τις αρχές της επανάστασης όπως αυτές διατυπώθηκαν από το ξεκίνημα της.

Ήταν απόλυτα ενήμερος και αποδεχότανε ανεπιφύλακτα αυτό το πλαίσιο και αυτή ακριβώς η γραπτή του δήλωση ταυτόχρονα με την ομολογία ότι εκείνος κάλεσε τα σπετσιώτικα πλοία τον κατατάσσει όχι απλώς επαναστάτη, πολεμιστή και υποκινητή της εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗ ΤΗΣ γεγονός που προκύπτει και από άλλα τεκμήρια που θα παρουσιαστούν στην εξέλιξη της ιστορικής διερεύνησης.




Είναι πλήθος τα στοιχεία που δηλώνουνε πως τούτος εδώ ο παπά Φωτιάς, ο μπουρλοτιέρης είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε και φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα άλλου τύπου Τσε Γκεβάρα του Αιγαίου που μετέδιδε το μήνυμα επανάστασης ταξιδεύοντας όχι με μοτοσυκλέτα, αλλά με πυρπολικά, στηρίζοντας ταυτόχρονα θεωρητικά και πρακτικά με κάθε δυνατό τρόπο τους  εξεγερμένους έλληνες σε όλα τα χρόνια της επανάστασης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Υ.Γ.: Τα μέρη 1 και 2 βρίσκονται στους μήνες Μάρτιος και Απρίλιος αντίστοιχα.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Το '21 ξεκίνησε στην Κίμωλο (Μέρος 2ο)

Στο πρώτο μέρος του χρονικού που αφορά τη σχέση της Κιμώλου με την επανάσταση του 21 κατατέθηκε χωρίς άλλα στοιχεία ο ‘’υπαινιγμός’’ ότι ο ιθύνων  νους της πρώτης ναυτικής επιτυχίας των επαναστατημένων ελλήνων,  ήτανε ο ιερέας της Κιμώλου Αντώνιος Σάρδης. Θαρρώ πως έφτασε η στιγμή ν’ αρχίσουμε να συναρμολογούμε τα κομμάτια που διαμορφώνουνε τον καμβά αυτής της ξεχωριστής ιστορίας.

Κατ’ αρχήν τη σχέση του με το συγκεκριμένο γεγονός την αποκαλύπτει ο ίδιος και μάλιστα εγγράφως και επισήμως. Το 1836 καταθέτει μεταξύ άλλων στην επιστολή που έστειλε προς ‘’Την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας της Επικρατείας’’ σαν μέρος της προσπάθειας που κατέβαλε για να του απονεμηθεί σύνταξη εκ μέρους του νεοσύστατου ελληνικού κράτους για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον απελευθερωτικό αγώνα:


… Εις δε το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν (εικοστόν) πρώτον έτος κατά την αρχήν της επαναστάσεως μας  φθάσα(σα) μια κουρβέτα πρώτης τάξεως εις την νήσο μας, έστειλον είδησιν εις τα των Πετζοτών (Σπετσιωτών) πλοία και φθάσαντα εκείσε ομού με αυτούς συνελάβωμεν αυτήν χωρίς ν’ απολαύσω εξ αυτής ουδέ λεπτόν…
Είχε βλέπετε την ατυχία το 1827 μετά το τέλος της επανάστασης να συλληφθεί από Σφακιανούς πειρατές κάτι που υποχρέωσε την οικογένεια του να ρευστοποιήσει το σύνολο της διαθέσιμης περιουσίας για να πληρώσει τα αναγκαία για την απελευθέρωση του λύτρα με αποτέλεσμα ν’ ‘’απαλλοτριωθεί’’ κάθε διαθέσιμος προς επιβίωση οικονομικός πόρος για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του.  Η μαρτυρία βρίσκεται στο βιβλίο του σπουδαίου Σιφνιού ιστορικού Σίμου Συμεωνίδη που αφορά τη ζωή και τη δράση του κιμουλιάτη ήρωα και εκδόθηκε μέσω της εφημερίδας Κιμωλιακά Νέα το 2000.

Εκείνο που κάνει μεγάλη εντύπωση στη σχετική περικοπή είναι η τρομερή απλότητα και σιγουριά στη διατύπωση … έστειλα είδηση … και ήρθανε αμέσως. Η ίδια σιγουριά για την αξιοπιστία της σχετικής πληροφορίας και του προσώπου που την κομίζει υπάρχει και στην πλευρά των Σπετσιωτών όπως τονίζει ο Βασίλης Ορλώφ που φέρεται να συντάσσει τη σχετική αναφορά στο κείμενο που δημοσιεύσαμε την προηγούμενη φορά. Εδώ πρέπει  να τονίσουμε ότι με τ’ όνομα Ορλώφ  δεν υποδηλώνεται ούτε ο ρώσος ναύαρχος ούτε κάποιος άλλος ρώσος αξιωματούχος. Το Ορλώφ ήτανε προσωνύμιο σπετσιώτικων οικογενειών που είχανε πάρει μέρος στα Ορλωφικά το 1770. Στον συγκεκριμένο οικογενειακό κλάδο ανήκε και ο δεύτερος σύζυγος της Μπουμπουλίνας Δημήτριος Λαζάρου-Ορλώφ.

Ενδεχομένως  να υποθέσει κάποιος πως ο υπογράφων την επιστολή ιερωμένος τα ‘’φούσκωνε’’ λιγάκι προκειμένου να προωθήσει την υπόθεση του. Σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσε κανείς να το εικάσει. Όχι όμως στην περίπτωση του συγκεκριμένου ακτιβιστή ρασοφόρου που διέθετε μεταξύ άλλων τίτλο συμμετοχής του στη φιλική εταιρεία, πιστοποιητικό παροχής ‘’πολεμικών εκδουλεύσεων’’ υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Ανδρέα Μιαούλη αλλά και ακαταμάχητα τεκμήρια που φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση του με το νησί των Σπετσών.

Ας αφήσουμε τη ροή των γεγονότων να ξετυλίξει το κουβάρι της σπουδαίας πολεμικής επιχείρησης από στοιχεία που αντλούμε από την ιστοσελίδα spetses wordpress και το αρχείο του ιστορικού πρόκριτου του νησιού Χατζηγιάννη Μέξη όπως περιγράφονται στο βιβλίο του Εμμανουήλ Λούζη.

Στα τέλη του 1818, με σουλτανικό φιρμάνι ο Μέξης διορίσθηκε «Ναζίρ» των Σπετσών δηλαδή ο πρώτος των προκρίτων, έχοντας υπό τις διαταγές του τον «Ζαπίτη» (διοικητή) του νησιού. Ο διορισμός αυτός σηματοδοτεί την αυτονόμηση και τυπικά πλέον του νησιού, από την διοίκηση της Ύδρας.
Κατά τις προεπαναστατικές εμφύλιες διαμάχες των Σπετσιωτών, τα αίτια των οποίων εντοπίζονται στη φιλαρχία και φιλοπρωτία των δύο ισχυρότερων οικογενειών του νησιού, των Μέξηδων και των Μποτασαίων, ο Χ’’Γιάνης Μέξης αρχηγός της «αριστοκρατικής» μερίδας υπερίσχυσε των αδελφών Γκίκα και Παναγιώτη Μπόταση που ήσαν οι αρχηγοί της αντίπαλης «λαϊκής» μερίδας. Οι διαμάχες ανάμεσα στις δύο παρατάξεις συνεχίσθηκαν μέχρι τις παραμονές της Επαναστάσεως. Τότε, «… εν αναμονή της εξέγερσης των Ελλήνων κατά των Τούρκων, πρυτάνευσαν άλλες διαθέσεις, κυριάρχησε το συναίσθημα της φιλοπατρίας, οι διαφορές και διαμάχες παραμερίστηκαν και επήλθαν η συμφιλίωση, η σύμπνοια και η συνεργασία, τόσο απαραίτητες για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού»[Σημ.3].
Αμέσως μόλις άρχισε η Επανάσταση, οι Πελοποννήσιοι ανήγγειλαν προς τους Σπετσιώτες και τους Υδραίους τα γεγονότα, τονίζοντες την ανάγκη της άμεσης σύμπραξης. Όπως γράφει ο Ανάργ. Χατζηαναργύρου: «το κοινόν φρόνημα εξηγέρθη εντονώτατα εν Σπέτσαις το παραυτίκα και ην έτοιμον να εκραγή, πλην δεν προέβησαν εις έργον οι οικοκυραίοι αμέσως»[Σημ.4].



Χατζηγιάννης Θ. Μέξης (1756-1844). ΄Εργο του ζωγράφου Δημήτριου Μπισκίνη.
Η διστακτικότητα του Χατζηγιάννη Μέξη και μεγάλης μερίδας των Σπετσιωτών προκρίτων, όπως εξάλλου  και των Κουντουριώτηδων και του συνόλου σχεδόν των προκρίτων της Ύδρας[Σημ.5] οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι δεν είχαν πειστεί απολύτως από τις διαβεβαιώσεις των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας, σχετικά με την άρτια προετοιμασία και οργάνωση του Αγώνα. Δεν πρέπει ακόμη να μας διαφεύγει το γεγονός, ότι οι καραβοκυραίοι διακινδύνευαν πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ότι οι Πελοποννήσιοι ή οι Στερεοελλαδίτες. Συγκεκριμένα, τα νησιά είχαν εξασφαλίσει καθεστώς αυτοδιοίκησης με μοναδική υποχρέωση την πληρωμή των φόρων και την αποστολή ναυτών (των μελλάχηδων) για την επάνδρωση των πλοίων του οθωμανικού στόλου. Οι Σπετσιώτες μάλιστα, είχαν καταφέρει να απαλλαγούν από την υποχρέωση να στέλνουν ετησίως 100 ναύτες, καταβάλλοντας 300-500 γρόσια για κάθε ναύτη. Επίσης, οι καραβοκυραίοι θα συμμετείχαν στον πόλεμο με τα πλοία τους, που ταυτίζονταν με την περιουσία τους και το κεφάλαιό τους, πράγμα που σημαίνει ότι οι ζημιές που θα υφίσταντο κατά τις εχθροπραξίες, δεν θα ήταν δυνατό να αποκατασταθούν πλήρως, ακόμη και εάν ο αγώνας θα είχε αίσια έκβαση. Οι Σπετσιώτες ιδιαίτερα, είχαν νωπές ακόμη τις μνήμες από την ολοκληρωτική καταστροφή της πατρίδας τους, όταν έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Όμως, παρά τους ενδοιασμούς τους οι Σπετσιώτες έστειλαν, στις 30 Μαρτίου, στο στρατόπεδο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, 5000 δεσμίδες πυριτιδοβολών (φυσικιών).
Όσο περνούσαν οι μέρες, επλήθαιναν και οι αγωνιώδεις εκκλήσεις από τους προκρίτους της Πελοποννήσου προς τους ομολόγους τους των Σπετσών και της Ύδρας. Ο Χατζηγιάννης Μέξης μετέβη στην Ύδρα, προκειμένου να συνεννοηθεί με τους Υδραίους ώστε τα δύο νησιά να επαναστατήσουν από κοινού. Ο Μέξης συναντήθηκε και συζήτησε με τους Υδραίους προκρίτους·  συμφώνησαν μεν για την ανάγκη της εξέγερσης, δεν μπόρεσαν όμως να ορίσουν την ημέρα έναρξης της Επαναστάσεως στα νησιά, καθώς οι Υδραίοι πρόκριτοι αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγω του κινήματος του πλοιάρχου εταιριστή Αντωνίου Οικονόμου, ο οποίος από τις 26 Μαρτίου είχε καταλύσει την τοπική αρχή και ασκούσε «δικτατορική» εξουσία.
Στο μεταξύ η εξέλιξη των γεγονότων στις Σπέτσες ήταν ραγδαία. Το Σάββατο 2 Απριλίου, έγινε σύσκεψη των προκρίτων του νησιού, στο σπίτι του φιλικού Γεωργίου Πάνου. Οι περισσότεροι από τους συγκεντρωθέντες πρότειναν πάλι την αναβολή μέχρις ότου βγει στον Αγώνα και η Ύδρα. Έτσι η σύσκεψη έληξε χωρίς να ληφθεί καμία απόφαση. Μετά το συμβούλιο όμως, οι Παναγιώτης Μπότασης, Γεώργ. Πάνου, Βασίλειος Ν. Λαζάρου-Ορλώφ, Δημήτριος Σκλιάς, Ηλίας Θερμισιώτης και Αναστάσιος Ανδρούτσος, δηλαδή οι πρώτοι Σπετσιώτες φιλικοί, εξώθησαν τους ανθρώπους τους να καταλάβουν την Καγκελαρία δηλαδή το Διοικητήριο του νησιού. Η κατάληψη έγινε χωρίς καμία αντίσταση, άλλωστε κανείς Σπετσιώτης δεν αντιμαχόταν την αναγκαιότητα του εγχειρήματος, τα τουρκικά σύμβολα γκρεμίστηκαν και στη θέση τους υψώθηκε η επαναστατική σημαία. Το συγκεντρωμένο πλήθος με ενθουσιώδεις ζητωκραυγές επιδοκίμαζε τα γενόμενα. Ήταν ξημερώματα της Κυριακής 3 Απριλίου 1821 που συνέπιπτε με τον εορτασμό της Κυριακής των Βαΐων. Ο πρωτάρχοντας των Σπετσών Χ’’Γιάννης Μέξης, όπως προαναφέραμε, απουσίαζε στην Ύδρα. Αμέσως στάλθηκε πλοίο για να τον επαναφέρει στο νησί, γιατί η παρουσία του ήταν χρήσιμη και απολύτως αναγκαία[Σημ.6]. Στο συμβούλιο των προκρίτων υπό την προεδρία του επανελθόντα Χ’’Γιάννη Μέξη, όσοι είχαν ζητήσει την αναβολή για λόγους γενικότερου συμφέροντος έκριναν ότι έπρεπε να επιδοκιμάσουν τα τετελεσμένα κι έτσι ομόφωνα αποφάσισαν να κηρυχθεί η Επανάσταση και να εκπλεύσει ο στόλος. Ακολούθησε δοξολογία στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου προστάτη του νησιού. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας μέρας, συγκροτήθηκε τοπική διοίκηση με επικεφαλής τον Μέξη και στάλθηκαν απεσταλμένοι στην Πελοπόννησο, στην Ύδρα και στα Ψαρά για να κάνουν γνωστά τα γεγονότα. Αποφασίσθηκε ακόμη, να σταλούν πλοία στις ακτές του Ελλησπόντου και της Μικράς Ασίας προκειμένου να ξεσηκώσουν τον ελληνικό πληθυσμό και για να ενεργήσουν καταδρομές, και κυρίως αποφασίσθηκε να αποπλεύσουν δύο μοίρες, η μία από 11 πλοία προς την Μονεμβασία και η δεύτερη από 8 πλοία για το Ναύπλιο, για να αποκλείσουν από τη θάλασσα αυτά τα δύο ισχυρά φρούρια.
Η συμβολή του Μέξη στον Αγώνα της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας υπήρξε μεγάλη και ποικίλη. Ο ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης γράφει: «απέβη ο Μέξης εξέχουσα προσωπικότης, προς την οποίαν ετηρήθησαν εστραμμένα τα βλέμματα του Πανελληνίου, καθ’ όλην την διάρκειαν του ιερού αγώνος»[Σημ.7].
Στις 3 Απριλίου όπως διαβάζουμε στο σχετικό ιστορικό τεκμήριο επιβάλλεται η επανάσταση από τα μέλη της φιλικής εταιρείας στις Σπέτσες και ασφαλώς μεσολαβεί κάποιος χρόνος μέχρι να επανδρωθούν, εξοπλιστούν και ξεκινήσουν τα Σπετσιώτικα πλεούμενα για Ναύπλιο και Μονεμβάσια προκειμένου να δώσουνε κατ’ αρχήν ‘’στρατηγικό βάθος’’ και ρεύμα υπεροχής στην νεόκοπη ακόμα επανάσταση.
Πιθανόν κάποιο πλοίο αγγελιοφόρος (όπως πήγε και αλλού) να έφτασε και στην Κίμωλο μεταφέροντας το μήνυμα της επανάστασης. Ο παπά Αντώνης βλέπετε δεν ήτανε μόνο μέλος της φιλικής εταιρείας και επικεφαλής κλιμακίου της με τρία τουλάχιστον μέλη (εξακριβωμένο επίσης) ήδη από το 1818, αλλά και μέλος της οικογένειας του υποπρόξενου των (αξεχώριστων ακόμα Κάτω Χωρών-Ολλανδίας) Βασιλάκη Σάρδη σε Μήλο και Κίμωλο κάτι  που καθιστούσε ούτως ή άλλως κομβικό το ρόλο του στην εξέλιξη της εθνικής υπόθεσης ως φορέα πολύτιμων πληροφοριών.
Για αυτό όμως (το πώς δηλαδή μέσα σε οκτώ ημερολογιακές μέρες 3-11 Απριλίου μιας άλλης εποχής μηδενίστηκαν οι αποστάσεις και οι στραβοτιμονιές του καιρού Κίμωλος Σπέτσες 74,64 ναυτικά μίλια, Σπέτσες Μονεμβασιά 35,88 και Κίμωλος Μονεμβασιά 73,12 apostaseis.gr)  θα μιλήσουμε αναλυτικότερα σε άλλο σημείο όπως και για το πώς τα οκτώ από τα έντεκα πλοία που πολιορκούσανε το κάστρο της Μονεμβασιάς επέλεξαν να φύγουνε για Μήλο Κίμωλο με σιγουριά για την ακρίβεια της πληροφορίας που τους δόθηκε. 
                                           Μπουμπουλίνα Μιαούλης και Λεμπέσης




  Ας κρατήσουμε για την ώρα την πληροφορία πως η πρωτοκαπετάνισσα του αγώνα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα  (είτε ήτανε είτε όχι η μόνη γυναίκα μέλος της φιλικής εταιρείας), ήξερε και μάλιστα καλά τι γινότανε  και ασφαλώς γνώριζε και το ρόλο του κιμουλιάτη  ιερωμένου που μετά το πέρας της επιχείρησης παραβρέθηκε  στην πολιορκία τ’ Αναπλιού στο πλευρό του Αντρέα Μιαούλη και στη συνέχεια μετά του Αναργύρου Λεμπέση Πετζιώτη … ως εις εκ των πυρπολιστών του εις το πυρπολικόν του δι’ έξι μήνας άνευ μισθού …

   Το λέγε και με το παραπάνω η καρδούλα του φοβερού παπά που ο ίδιος ομολογεί πως έδωσε το παρόν και στο περιστατικό που εξετάζουμε … ομού με αυτούς (τους Σπετσιώτες) … κατά τας αρχάς της επαναστάσεως … αλλά και το 1823 όταν κατά την … επικρατούσαν αναρχίαν … όπως αναφέρει άλλος κιμουλιάτης φιλικός και κληρικός (Κιμωλιακά τόμος Β σελίδα 73), ο ίδιος ο Σάρδης ομολογεί εγγράφως (βιβλίο Συμεωνίδη σελίδα 18) … φθάσας εις την νήσον μας ο πλοίαρχος Ορλώφ και εγκαταλείψαντες αυτόν οι ναύται του, εναυτολόγησα είκοσιπέντε ναύτας εκ της νήσου μας εξ ιδίων μου εξόδων ανά τριάκοντα γρόσια τον μήνα και έφερον το πλοίον του εις Πετζας …
Παραμένει σκιά αμφιβολίας για το κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης μεταξύ του ίδιου και των ηγετών των Σπετσών που επιχείρησαν την καταδρομική ενέργεια; Δεν νομίζω. Όμως ο ήρωας μας τονίζει και κάτι ακόμα αναφερόμενος στο συγκεκριμένο περιστατικό που σχετίζεται με τη στάση του στο θέμα της πειρατείας προτού πέσει θύμα ο ίδιος … χωρίς ν’ απολαύσω εξ αυτής ουδέ λεπτόν… κι αυτό θ’ αποτελέσει τη βάση του επόμενου σημειώματος.
Συνεχίζεται...
Υ.Γ. : Το πρώτο μέρος βρίσκεται στον μήνα Μάρτιο του 2014